Ρουμελιώτικη λαϊκή γλώσσα

Σάλωνα= Άμφισσα

Επιλογή λέξεων που έλεγαν οι Σαλωνίτες παππούδες μας, που σήμερα ελάχιστες
χρησιμοποιούνται: Αλτάνα = γλάστρα με λουλούδια. Αφερίμ = εύγε, μπράβο. Απστομάω = σκοντάφτω και πέφτω με τα μούτρα πριμηδόν (επιστομάω = επί + στόμα). Αγκστέρα(η) = σαύρα (αυγουστέρα < Αύγουστος) Γρίβο = γκρι ανοιχτό χρώμα. Γκιουζέλ = καλό, ωραία. (Κρίμα το Γιώργη, γκιουζέλ παιδί πήγε χαμένο). Δέμπουρ = ρήμα, είναι άρρωστος (δεν μπορεί) (Η γιαγιά

δέμπουρ, μη φωνάζετε). Ζαμπερέκι = Το πόμολο, σύρτης της πόρτας. (Βάλε το ζεμπερέκι στην πόρτα για να κοιμηθούμε). Καραμπάς = στάμνα πήλινη για κρύο νερό. Καράμπες = σπασμένα γυαλιά. (Πρόσεξε μην πατήσεις ξυπόλυτος τις καράμπες). Καστραβέτσι = χαζός, βλάκας. Κουντβίνι(το) = η αφάνα (θάμνος για προσάναμμα) Κρένω = ομιλώ (εκ του κρίνω) Μπαζντί(το) = Είδος γρασιδιού ανάμεσα στα πουρνάρια, τροφή για τα ζώα. Μιρέλης(ο) = χαζός Μπακαβάς(ο) = σκληρό χαρτόνι. Ντούρμα = σύνδεσμος, αφού, ενώ. (Ντούρμα,

δεν μπορείς γιατί επιμένεις;) Ντζανός(ο) = λαιμός ανθρώπου, αυχένας. Ξαργού(επιρ) = επίτηδες επί τούτου (εξ αργού). Πόλκα(η) = χονδρό σακάκι μάλλινο. Πλαλάω = τρέχω (επί+λαλώ < επιλαλώ < φωνάζω στο υποζύγιο να τρέχει). Τομ = σύνδεσμος, καίτοι. (Τομ πήγες τι κέρδισες;). Τσουράπια(τα) = οι κάλτσες. Τσέργα(η) = μάλλινο σεντόνι. Φγέτα(η) = κούπα για νερό. Χαρτζί(το) =χρώμα σκούρο γκρι. Χαρανί(το) = κουβάς, δοχείο νερού. Απο το λεξικό του Ανδρέα Καλαντζάκου, εκδότη της εφημερίδας " ΤΑ ΣΑΛΩΝΑ "

Via

          SenariOgrafoS.gr

Share on Google Plus